διακαθαίρω


διακαθαίρω
прочищаю

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "διακαθαίρω" в других словарях:

  • διακαθαίρω — και διακαθαρίζω (AM) [καθαιρώ] 1. καθαρίζω 2. εξαγνίζω εντελώς 3. κλαδεύω 4. (για συγγράμματα, κείμενα, λόγους) επεξεργάζομαι το τελικό στάδιο, δίνω την τελική μορφή 5. μέσ. διακαθαίρομαι καθαρίζω κάτι από τα πράγματά μου, από τα υπάρχοντά μου …   Dictionary of Greek

  • διακαθαιρομένων — διακαθαίρω purge thoroughly pres part mp fem gen pl διακαθαίρω purge thoroughly pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαθαιρόμενον — διακαθαίρω purge thoroughly pres part mp masc acc sg διακαθαίρω purge thoroughly pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαθαῖρον — διακαθαίρω purge thoroughly pres part act masc voc sg διακαθαίρω purge thoroughly pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαθαίρει — διακαθαίρω purge thoroughly pres ind mp 2nd sg διακαθαίρω purge thoroughly pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαθαίρομεν — διακαθαίρω purge thoroughly pres ind act 1st pl διακαθαίρω purge thoroughly imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαθαίροντα — διακαθαίρω purge thoroughly pres part act neut nom/voc/acc pl διακαθαίρω purge thoroughly pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαθαίρουσι — διακαθαίρω purge thoroughly pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διακαθαίρω purge thoroughly pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαθαίρουσιν — διακαθαίρω purge thoroughly pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διακαθαίρω purge thoroughly pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαθήραντα — διακαθαίρω purge thoroughly aor part act neut nom/voc/acc pl διακαθαίρω purge thoroughly aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαθήρῃ — διακαθαίρω purge thoroughly aor subj mid 2nd sg διακαθαίρω purge thoroughly aor subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)